βρεφική διατροφή

Βρεφική διατροφή

Facebook
Twitter
LinkedIn

Η βρεφική διατροφή, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας είναι κρίσιμη για την πρόληψη διαφόρων ασθενειών που μπορεί να εμφανιστούν καθόλη τη διάρκεια της ζωής ενός παιδιού.

Συνεπώς η βέλτιστη διατροφική φροντίδα, κατά τη βρεφική και πρώτη παιδική ηλικία, αποτελεί την αποτελεσματικότερη παρέμβαση για την εξασφάλιση της υγείας των παιδιών (WHO, 2009).

Βρεφική διατροφή κατά την 1η βρεφική ηλικία (0-6 μηνών)

Ο WHO, η UNICEF και η Εθνική Επιτροπή Μητρικού Θηλασμού προτρέπουν τις μητέρες για την ιδανική αύξηση, ανάπτυξη και υγεία των βρεφών τους, να θηλάσουν αποκλειστικά τους πρώτους 6 μήνες ζωής (180 ημέρες) του νεογέννητου. Συμβουλεύουν μάλιστα τη δυνατότητα συνέχισης του θηλασμού μαζί με στέρεες τροφές, έως την ηλικία των 2 ετών.

Το μητρικό γάλα είναι το καλύτερο δώρο που μπορεί να προσφέρει η μητέρα στο νεογέννητό της. Είναι ένας ζωντανός ιστός που προσαρμόζεται στις ανάγκες του βρέφους και αλλάζει σύμφωνα με τα αναπτυξιακά στάδια του παιδιού.

Το μητρικό γάλα παρέχει όλα τα θρεπτικά συστατικά και τα αντισώματα που απαιτούνται για την σωστή ανάπτυξη και την ενίσχυση της ανοσίας του βρέφους. O θηλασμός παρουσιάζει εξίσου σημαντικά πλεονεκτήματα τόσο για τις μητέρες, όσο και για τα βρέφη.

Βρεφική διατροφή κατά την 2η βρεφική ηλικία (6 – 12 μηνών)

Μετά την περίοδο των πρώτων 6 μηνών και προκειμένου να καλυφθούν οι αυξημένες διατροφικές απαιτήσεις, τα βρέφη πρέπει να λαμβάνουν ασφαλή και επαρκή συμπληρωματική τροφή. Παράλληλα να συνεχίζουν τον μητρικό θηλασμό μέχρι την ηλικία των 2 ετών ή και περισσότερο*,

Ως συμπληρωματική διατροφή ορίζεται η διαδικασία που ξεκινά όταν το μητρικό γάλα δεν επαρκεί για να καλύψει τις διατροφικές ανάγκες των βρεφών. Επομένως, άλλες τροφές και υγρά απαιτούνται σε συνδυασμό με το μητρικό γάλα.

Ωστόσο, το μητρικό γάλα συνεχίζει να αποτελεί σημαντική πηγή ενέργειας και θρεπτικών συστατικών για τα παιδιά ηλικίας 6-23 μηνών. Έχει φανεί ότι μπορεί να καλύψει το μισό ή και περισσότερο των ενεργειακών αναγκών του βρέφους ηλικίας 6-12 μηνών. Επίσης, μπορει να καλύψει και το ένα τρίτο από τις ενεργειακές ανάγκες στην ηλικία 12-24 μηνών.

Η μετάβαση από τον αποκλειστικό μητρικό θηλασμό στη διατροφή που ακολουθεί η οικογένεια, τυπικά καλύπτει τη χρονική περίοδο από 6 μηνών έως 2 ετών. Το διάστημα αυτό είναι κρίσιμο για την:

  1. σωματική και νοητική ανάπτυξη και εξέλιξη
  2. θωράκισή πέναντι σε οξέα και χρόνια νοσήματα

Βρεφική διατροφλή: Βασικές αρχές για την εισαγωγή στερεών τροφών

Η εισαγωγή στερεών τροφών συνιστάται να γίνεται στο 2ο εξάμηνο της ζωής, δηλαδή με τη συμπλήρωση των 6 μηνών ζωής. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνεται πριν τη συμπλήρωση των τεσσάρων μηνών ζωής.

Ξεκαθαρίζεται ότι η νευροαναπτυξιακή ετοιμότητα του βρέφους είναι αναγκαία προϋπόθεση για την έναρξη των στερεών τροφών.

Στην βρεφική διατροφή, συστήνεται αρχικά η εισαγωγή μικρής ποσότητας, συνδυασμού τροφών, με σταδιακή αύξηση της ποικιλίας, ποσότητας και συχνότητας κατανάλωσης τους, ακολουθώντας τα σημάδια πείνας και κορεσμού του βρέφους. Η εισαγωγή ποικιλίας τροφίμων με διαφορετικές γεύσεις και αρώματα εξασφαλίζει την:

  1. πρόσληψη όλων των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών
  2. ευκολότερη αποδοχή τροφίμων στη συνέχεια

Τα βρέφη έχουν έμφυτες προτιμήσεις για τις γλυκές και τις αλμυρές γεύσεις και απέχθεια για τις πικρές και ξινές γεύσεις. Οι προτιμήσεις για υγιεινές τροφές ωστόσο, μπορούν να καλλιεργηθούν. Ένα βρέφος μπορεί να χρειαστεί να λάβει μια νέα γεύση τουλάχιστον 8 έως 10 φορές πριν από την τελική αποδοχή της.

Δεν υπάρχει καθορισμένη σειρά εισαγωγής των τροφίμων. Ωστόσο, προτεινόμενες πρώτες τροφές είναι οι τροφές που αποτελούν πλούσιες πηγές σιδήρου.

Εισαγωγή νέων τροφίμων στην βρεφική διατροφή

Συνιστάται να εισάγουμε ένα τρόφιμο ανά 2-3 ημέρες με σκοπό να παρακολουθούμε την επίδραση του τροφίμου στο παιδί.

Δεν χρειάζεται να καθυστερήσει η εισαγωγή των βασικών ομάδων τροφίμων, καθώς και των κοινών αλλεργιογόνων τροφών. Η εισαγωγή τροφίμων με γλουτένη (π.χ. σιτάρι, κριθάρι, σίκαλη) γίνεται χρονικά όπως και με τα υπόλοιπα τρόφιμα, αλλά σε μικρές ποσότητες καθ’ όλο το 1ο έτος ζωής.

Η υφή των τροφίμων συνιστάται σταδιακά να προσαρμόζεται στις αναπτυξιακές δυνατότητες του βρέφους που μεγαλώνει. Μέχρι τον 10ο μήνα ζωής, συνιστάται να έχει σταματήσει η πολτοποίηση των τροφών.

Είναι σημαντικό οι γονείς-φροντιστές να ενθαρρύνονται να υιοθετήσουν έναν διαδραστικό τρόπο σίτισης (responsive feeding). Ο διαδραστικός τρόπος σίτισης βοηθάει στην ανάπτυξη της ικανότητας αυτορρύθμισης της λήψης τροφής και, επομένως, και της προσλαμβανόμενης ενέργειας από το βρέφος. Η μή τήρηση των συστάσεων αυτών έχει συσχετιστεί με αρνητικές συμπεριφορές ως προς το φαγητό, μη ισορροπημένες διατροφικές συνήθειες και αυξημένο κίνδυνο υπερβολικής πρόσληψης τροφής και ανάπτυξης παχυσαρκίας.

Με το τέλος του 1ου χρόνου της ζωής το παιδί μεταβαίνει από την βρεφική διατροφή στην διατροφή της υπόλοιπης οικογένειας.

Να θυμάστε

Στην ηλικία των 6-12 μηνών το βρέφος απλά δοκιμάζει νέες γεύσεις και εκπαιδεύεται στην διαδικασία (μάσηση, χειρισμός κουταλιού, λαβή κτλ).

Οι τροφές αποτελούν ακόμη συμπληρωματική και όχι κύρια σίτιση. Tα περισσότερα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά παρέχονται από το γάλα, οπότε δεν πιέζουμε το παιδί να καταναλώσει μεγάλες ποσότητες.

*[Global strategy on infant and young child feeding (WHA55 A55/15 / 2002)]

Περισσότερα άρθρα

Scroll to Top