Tα privet labels έχουν αρχίσει να αναπτύσσονται σημαντικά τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Στο εξωτερικό, για να μιλήσω εμπειρικά, στην Γαλλία και Αγγλία, είναι ήδη καθεστώς. Όλοι οι μεγάλοι λιανέμποροι, όπως Casino και Carrefour στην Γαλλία ή από Tesco μέχρι Waitrose στην Aγγλία, έχουν δημιουργήσει privet labels σε μία ευρέα γκάμα διατροφικών προϊόντων. Επιπλέον έχουν αναπτύξει και μια νέα κατηγορία προϊόντων υψηλής ποιότητας privet label π.χ τα “finest ” στα Tesco, τα οποία είναι υψηλής ποιότητας προϊόντα.
Ενδεικτικά αναφέρουμε την τάση προτίμησης των privet labels από τους Βρετανούς πριν και μετά την οικονομική κρίση:

Από το γράφημα προκύπτει σαφέστατα ότι οι Βρετανοί αγοράζουν προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, πολύ περισσότερο μετά την κρίση, συγκριτικά με το προηγούμενο έτος. Η προτίμηση αυτή αιτιολογείται από την μειωμένη τιμή των προϊόντων αυτών, εφόσον βλέπουμε να αυξάνεται η αγορά ιδιαίτερα στις κατηγορίες «βασική» και «οικονομική», ενώ στις πιο ποιοτικές κατηγορίες των ιδιωτικών ετικετών η αύξηση είναι μειωμένη. Από το γεγονός αυτό συμπεραίνουμε ότι τα προϊόντα αυτά δεν προτιμούνται λόγω ποιότητας αλλά καθαρά λόγω χαμηλής τιμής.
Οι Έλληνες παραγωγοί παραδοσιακών προϊόντων υψηλής ποιότητας, έχουν την ευκαιρία να ανταγωνιστούν σε επίπεδο ποιότητας και όχι τιμής. Θα πρέπει να επιλέξουν είτε να τροφοδοτούν με τα προϊόντα τους, τους μεγάλους λιανεμπόρους, πουλώντας τα χύμα και σε πολύ χαμηλές τιμές, είτε να προσπαθήσουν να τα προωθήσουν επώνυμα, με έμφαση την υψηλή ποιότητα και όχι μόνο. Στην δεύτερη περίπτωση θα πρέπει να επενδύσουν στην προώθηση και το μάρκετινγκ ώστε να δημιουργήσουν ένα επώνυμο ποιοτικό προϊόν. Το όφελος από μια τέτοια κίνηση είναι η προστιθέμενη εμπορική αξία που θα καρπωθούν, η εξασφάλιση ενός πιστού κοινού και η απεξάρτηση από τα δεσμά ενός ή ολίγων αγοραστών.
Σχετικά με τα standards ποιότητας πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας το εξής. Τα πρότυπα που προσδιορίζονται από τους αρμόδιους οργανισμούς πιστοποίησης ποιότητας αφορούν τον τρόπο παραγωγής και την τελική ποιότητα του προϊόντος. Το να καλύπτει κάποιο προϊόν αυτά τα standards, που ανάλογα με την χώρα εισαγωγής ποικίλουν, το μόνο που εξασφαλίζει είναι ότι είναι αποδεκτά και νόμιμα να διατεθούν εμπορικά, δηλαδή ότι είναι ασφαλή για τον καταναλωτή. Το θέμα ποιότητας λοιπόν έρχεται μετά από τις πιστοποιήσεις. Σχετικά με την διαφορά ποιότητας, μία έρευνα από χημικούς και διατροφολόγους θα μπορούσε να δείξει την διαφορά στην διατροφική αξία μεταξύ των 2 κατηγοριών, εάν υπάρχει κάποια φυσικά.
Όσον αφορά τα brands τώρα. Η τιμή τους σίγουρα περιλαμβάνει και το κόστος marketing και έρευνας που συνήθως δεν έχουν, όχι στον ίδιο βαθμό τουλάχιστον, τα privet labels. Το brand επίσης εξασφαλίζει μια δεδομένη ποιότητα για τον καταναλωτή οποίος γνωρίζει και εμπιστεύεται ένα δεδομένο σύνολο χαρακτηριστικών που αντιπροσωπεύουν ένα brand. Επιπλέον ένα επώνυμο προϊόν εξυπηρετεί και κάποιες ψυχολογικές και κοινωνικές ανάγκες του καταναλωτή, οι οποίες παίζουν και αυτές καθοριστικό ρόλο στην διαδικασία επιλογής και αγοράς.
Τόσο τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας όσο και τα επώνυμα εξυπηρετούν ανάγκες της αγοράς. Ο καταναλωτής γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους τις ανάγκες του και θα επιλέξει αυτό που τις καλύπτει. Συνεπώς η νέα αυτή τάση αποτελεί μία επιλογή για αυτόν. Μήπως όμως είναι μια απειλή για τους μικρομεσαίους παραγωγούς ποιοτικών προϊόντων που δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις πραγματικά χαμηλές τιμές των προϊόντων αυτών;

Από το γράφημα προκύπτει σαφέστατα ότι οι Βρετανοί αγοράζουν προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, πολύ περισσότερο μετά την κρίση, συγκριτικά με το προηγούμενο έτος. Η προτίμηση αυτή αιτιολογείται από την μειωμένη τιμή των προϊόντων αυτών, εφόσον βλέπουμε να αυξάνεται η αγορά ιδιαίτερα στις κατηγορίες «βασική» και «οικονομική», ενώ στις πιο ποιοτικές κατηγορίες των ιδιωτικών ετικετών η αύξηση είναι μειωμένη. Από το γεγονός αυτό συμπεραίνουμε ότι τα προϊόντα αυτά δεν προτιμούνται λόγω ποιότητας αλλά καθαρά λόγω χαμηλής τιμής.
Οι Έλληνες παραγωγοί παραδοσιακών προϊόντων υψηλής ποιότητας, έχουν την ευκαιρία να ανταγωνιστούν σε επίπεδο ποιότητας και όχι τιμής. Θα πρέπει να επιλέξουν είτε να τροφοδοτούν με τα προϊόντα τους, τους μεγάλους λιανεμπόρους, πουλώντας τα χύμα και σε πολύ χαμηλές τιμές, είτε να προσπαθήσουν να τα προωθήσουν επώνυμα, με έμφαση την υψηλή ποιότητα και όχι μόνο. Στην δεύτερη περίπτωση θα πρέπει να επενδύσουν στην προώθηση και το μάρκετινγκ ώστε να δημιουργήσουν ένα επώνυμο ποιοτικό προϊόν. Το όφελος από μια τέτοια κίνηση είναι η προστιθέμενη εμπορική αξία που θα καρπωθούν, η εξασφάλιση ενός πιστού κοινού και η απεξάρτηση από τα δεσμά ενός ή ολίγων αγοραστών.
Σχετικά με τα standards ποιότητας πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας το εξής. Τα πρότυπα που προσδιορίζονται από τους αρμόδιους οργανισμούς πιστοποίησης ποιότητας αφορούν τον τρόπο παραγωγής και την τελική ποιότητα του προϊόντος. Το να καλύπτει κάποιο προϊόν αυτά τα standards, που ανάλογα με την χώρα εισαγωγής ποικίλουν, το μόνο που εξασφαλίζει είναι ότι είναι αποδεκτά και νόμιμα να διατεθούν εμπορικά, δηλαδή ότι είναι ασφαλή για τον καταναλωτή. Το θέμα ποιότητας λοιπόν έρχεται μετά από τις πιστοποιήσεις. Σχετικά με την διαφορά ποιότητας, μία έρευνα από χημικούς και διατροφολόγους θα μπορούσε να δείξει την διαφορά στην διατροφική αξία μεταξύ των 2 κατηγοριών, εάν υπάρχει κάποια φυσικά.
Όσον αφορά τα brands τώρα. Η τιμή τους σίγουρα περιλαμβάνει και το κόστος marketing και έρευνας που συνήθως δεν έχουν, όχι στον ίδιο βαθμό τουλάχιστον, τα privet labels. Το brand επίσης εξασφαλίζει μια δεδομένη ποιότητα για τον καταναλωτή οποίος γνωρίζει και εμπιστεύεται ένα δεδομένο σύνολο χαρακτηριστικών που αντιπροσωπεύουν ένα brand. Επιπλέον ένα επώνυμο προϊόν εξυπηρετεί και κάποιες ψυχολογικές και κοινωνικές ανάγκες του καταναλωτή, οι οποίες παίζουν και αυτές καθοριστικό ρόλο στην διαδικασία επιλογής και αγοράς.
Τόσο τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας όσο και τα επώνυμα εξυπηρετούν ανάγκες της αγοράς. Ο καταναλωτής γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους τις ανάγκες του και θα επιλέξει αυτό που τις καλύπτει. Συνεπώς η νέα αυτή τάση αποτελεί μία επιλογή για αυτόν. Μήπως όμως είναι μια απειλή για τους μικρομεσαίους παραγωγούς ποιοτικών προϊόντων που δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις πραγματικά χαμηλές τιμές των προϊόντων αυτών;







