Μικροπλαστικά στα τρόφιμα: Τι γνωρίζουμε και πόσο πρέπει να ανησυχούμε;

Facebook
Twitter
LinkedIn

Τα τελευταία χρόνια, τα μικροπλαστικά έχουν αναδειχθεί σε ένα από τα πιο ανησυχητικά ζητήματα δημόσιας υγείας και περιβάλλοντος. Η πλαστική ρύπανση δεν περιορίζεται πλέον σε εικόνες μολυσμένων θαλασσών ή ακτών. Mικροσκοπικά σωματίδια πλαστικού έχουν ανιχνευθεί στον αέρα που αναπνέουμε, στο νερό που καταναλώνουμε και σε πλήθος τροφίμων που φτάνουν καθημερινά στο τραπέζι μας. Η διαπίστωση αυτή εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα. Ποιοι είναι οι πραγματικοί κίνδυνοι για την ανθρώπινη υγεία και με ποιον τρόπο μπορούμε να περιορίσουμε την έκθεσή μας στην καθημερινότητα;

Τι ονομάζουμε μικροπλαστικά (και νανοπλαστικά) και γιατί μας αφορούν

Ως μικροπλαστικά ορίζονται τα πολύ μικρά σωματίδια πλαστικού με μέγεθος μικρότερο από 5 χιλιοστά. Μπορεί να είναι ίνες, μικρά θραύσματα ή σφαιρίδια από υλικά όπως το πολυαιθυλένιο, το πολυπροπυλένιο και άλλα συνθετικά πολυμερή. Ακόμα πιο μικρά είναι τα νανοπλαστικά (κάτω από 1 μικρόμετρο), τα οποία λόγω του μεγέθους τους μπορούν να περάσουν ευκολότερα τους βιολογικούς φραγμούς και να φτάσουν σε όργανα του σώματος. Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) έχει τονίσει ότι τα πιο σημαντικά για την υγεία μας είναι τα πολύ μικρά σωματίδια, κάτω από 150 μικρόμετρα, επειδή αυτά είναι πιο πιθανό να απορροφηθούν από τον οργανισμό.

Μικροπλαστικά στα τρόφιμα

Τα μικροπλαστικά έχουν εντοπιστεί σε πολλά τρόφιμα που καταναλώνουμε καθημερινά. Συχνά βρίσκονται σε θαλασσινά και ψάρια. Ιδιαίτερα σε οστρακοειδή όπως τα μύδια και τα στρείδια, αλλά και στο πόσιμο νερό, τόσο της βρύσης όσο και το εμφιαλωμένο. Έχουν ανιχνευθεί επίσης σε δείγματα αλατιού από διαφορετικές χώρες. Η χρήση πλαστικών συσκευασιών ή σκευών μπορεί να οδηγήσει σε μεταφορά μικροπλαστικών στα τρόφιμα, ειδικά όταν αυτά θερμαίνονται.

Σύμφωνα με την EFSA (2016), η κατανάλωση θαλασσινών με μικροπλαστικά δεν φαίνεται να αυξάνει σημαντικά τη συνολική μας έκθεση σε χημικές ουσίες σε σύγκριση με άλλες διατροφικές πηγές. Ωστόσο, επειδή τα πολύ μικρά σωματίδια μπορούν πιο εύκολα να απορροφηθούν από τον οργανισμό, απαιτούνται περισσότερα και πιο ακριβή δεδομένα για την κατανόηση των πιθανών κινδύνων.

Τι δείχνουν τα πιο αξιόπιστα δεδομένα έκθεσης μέσω τροφίμων και νερού

Τα τελευταία χρόνια, η έρευνα έχει στραφεί στο να αποτυπώσει με ακρίβεια πόσα μικροπλαστικά και νανοπλαστικά καταναλώνουμε μέσω τροφίμων και νερού. Παρόλο που οι μετρήσεις παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές λόγω των μεθόδων που χρησιμοποιούνται, υπάρχουν ορισμένα πιο αξιόπιστα δεδομένα που μας δίνουν μια πρώτη εικόνα. Αυτά δείχνουν ότι η έκθεση προέρχεται όχι μόνο από φυσικές πηγές, όπως τα θαλασσινά και το αλάτι, αλλά και από καθημερινές συνήθειες, όπως το εμφιαλωμένο νερό, η χρήση πλαστικών δοχείων ή ακόμη και οι επιφάνειες κοπής στην κουζίνα. Οι παρακάτω ενδεικτικές πηγές μάς βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα το μέγεθος του προβλήματος.

Πόσιμο νερό: 

Το νερό της βρύσης είναι ίσως η πιο σημαντική πηγή ενυδάτωσης, γι’ αυτό και η πιθανή παρουσία μικροπλαστικών έχει προκαλέσει ανησυχία. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (2019), τα δεδομένα για τα μικροπλαστικά στο πόσιμο νερό είναι ακόμη περιορισμένα και προέρχονται από μελέτες με πολύ διαφορετικές μεθόδους, γεγονός που δυσκολεύει τη σύγκριση των αποτελεσμάτων. Ο Οργανισμός υπογράμμισε ότι, με τα μέχρι τώρα στοιχεία, ο κύριος κίνδυνος για τη δημόσια υγεία από το νερό παραμένει οι μικροβιακοί παθογόνοι (π.χ. βακτήρια και ιοί) και όχι τα μικροπλαστικά. Παράλληλα, οι σύγχρονες εγκαταστάσεις επεξεργασίας νερού μπορούν να απομακρύνουν ένα σημαντικό ποσοστό σωματιδίων, γεγονός που μειώνει την πιθανή μας έκθεση.

Εμφιαλωμένο νερό: 

Το εμφιαλωμένο νερό, το οποίο συχνά θεωρείται «καθαρότερη» επιλογή, φαίνεται να περιέχει πολύ περισσότερα μικροπλαστικά απ’ ό,τι πιστεύαμε μέχρι πρόσφατα. Με τη χρήση πιο εξελιγμένων μεθόδων ανίχνευσης νανοσωματιδίων, μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2024 στο περιοδικό PNAS εντόπισε κατά μέσο όρο 240.000 πλαστικά σωματίδια ανά λίτρο εμφιαλωμένου νερού. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι περίπου το 90% αυτών ήταν νανοπλαστικά, τα οποία λόγω μεγέθους μπορούν να αλληλεπιδράσουν διαφορετικά με τον ανθρώπινο οργανισμό. Το εύρημα αυτό ανατρέπει παλαιότερες εκτιμήσεις, που με τις διαθέσιμες τεχνικές «έβλεπαν» μόνο μεγαλύτερα σωματίδια και επομένως υποτιμούσαν το πραγματικό φορτίο.

Αλάτι: 

Το αλάτι, ένα βασικό συστατικό της διατροφής μας, φαίνεται ότι δεν μένει ανεπηρέαστο από την «πλαστική ρύπανση». Έρευνες σε δεκάδες δείγματα εμπορικού θαλασσινού αλατιού από όλο τον κόσμο έδειξαν την παρουσία μικροπλαστικών σχεδόν σε όλα. Στην Ευρώπη, τα επίπεδα που μετρήθηκαν κυμαίνονταν γύρω στα 466 σωματίδια ανά κιλό, με εύρος που ξεκινούσε από μερικές δεκάδες και έφτανε έως και χιλιάδες. Ενδιαφέρον είναι ότι το παραδοσιακά παραγόμενο αλάτι φαίνεται να περιέχει λιγότερα σωματίδια σε σχέση με το βιομηχανικά συγκομιζόμενο, γεγονός που πιθανόν σχετίζεται με τη μέθοδο συλλογής και επεξεργασίας. Αν και η συμβολή του αλατιού στη συνολική έκθεση του ανθρώπου δεν θεωρείται η μεγαλύτερη, η παρουσία μικροπλαστικών ακόμη και σε ένα τόσο βασικό τρόφιμο δείχνει πόσο εκτεταμένο είναι το πρόβλημα.

Θαλασσινά και ψάρια: 

Τα θαλασσινά αποτελούν μια από τις πιο καλά τεκμηριωμένες πηγές μικροπλαστικών στη διατροφή μας. Ιδιαίτερα τα δίθυρα μαλάκια, όπως τα μύδια και τα στρείδια, καταναλώνονται ολόκληρα, μαζί με το πεπτικό τους σύστημα, όπου συσσωρεύονται σωματίδια από το θαλάσσιο περιβάλλον. Μετα-αναλύσεις έχουν δείξει ότι σε τέτοια οστρακοειδή εντοπίζονται συχνά ίνες και μικρά θραύσματα πλαστικού, σε συγκεντρώσεις που μπορεί να φτάνουν 0,1–0,5 σωματίδια ανά γραμμάριο ιστού. Η ακριβής ποσότητα ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με την περιοχή, την εποχή και το επίπεδο θαλάσσιας ρύπανσης. Αν και οι συγκεντρώσεις αυτές φαίνονται μικρές, η κατανάλωση θαλασσινών σε τακτική βάση μπορεί να συνεισφέρει στη συνολική μας έκθεση.

Μέλι και ζάχαρη: 

Η παρουσία μικροπλαστικών έχει τεκμηριωθεί ακόμη και σε τρόφιμα που δύσκολα θα περιμέναμε να επηρεαστούν όπως το μέλι και η ζάχαρη. Στην περίπτωση του μελιού, οι πιθανές πηγές περιλαμβάνουν τόσο το περιβάλλον στο οποίο κινούνται οι μέλισσες όσο και τη διαδικασία παραγωγής και συσκευασίας. Μελέτες έχουν εντοπίσει ίνες και μικροσκοπικά θραύσματα σε εμπορικά δείγματα, γεγονός που δείχνει ότι τα σωματίδια μπορούν να «εισβάλουν» ακόμη και σε ένα φυσικό προϊόν. Αντίστοιχα, η ζάχαρη φαίνεται να επιμολύνεται κυρίως κατά τα στάδια παραγωγής και επεξεργασίας. Τα επίπεδα είναι χαμηλά σε σύγκριση με άλλα τρόφιμα, όμως η κατανάλωση αυτών των προϊόντων είναι εκτεταμένη, οπότε η συμβολή τους στην καθημερινή έκθεση δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Φρούτα και λαχανικά: 

Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα πρώτα δεδομένα που δείχνουν την παρουσία μικροπλαστικών σε φρούτα και λαχανικά. Σε δείγματα που αναλύθηκαν, εντοπίστηκαν ίνες και σωματίδια στην επιφάνεια, πιθανόν λόγω εναπόθεσης από τον αέρα ή από αρδευτικό νερό μολυσμένο με πλαστικά. Υπάρχουν επίσης πειραματικά δεδομένα που υποδηλώνουν ότι πολύ μικρά σωματίδια, ιδιαίτερα τα νανοπλαστικά, μπορούν να διεισδύσουν μέσω του ριζικού συστήματος και να μεταφερθούν στους ιστούς του φυτού. Αν και τα αποτελέσματα αυτά χρειάζονται επιβεβαίωση με μεγαλύτερες και πιο τυποποιημένες μελέτες, αναδεικνύουν έναν πιθανό νέο δρόμο μέσω του οποίου η πλαστική ρύπανση μπορεί να περάσει στη διατροφική αλυσίδα.

Συσκευασίες τροφίμων και υλικά επαφής:

 Ένας από τους πιο πρακτικούς και άμεσα ελεγχόμενους δρόμους έκθεσης είναι οι συσκευασίες τροφίμων. Το πλαστικό χρησιμοποιείται ευρέως σε μπουκάλια, σακουλάκια, δοχεία και καπάκια, και μπορεί να απελευθερώσει σωματίδια ιδίως όταν έρχεται σε επαφή με ζεστά υγρά ή όταν θερμαίνεται. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελούν τα φακελάκια τσαγιού που κατασκευάζονται από πολυμερικά υλικά: μελέτες έχουν δείξει ότι, όταν βυθίζονται σε καυτό νερό, απελευθερώνουν εκατομμύρια μικρο- και νανοπλαστικά σε ένα μόνο φλιτζάνι. Αντίστοιχα, η θέρμανση φαγητού σε πλαστικά δοχεία ή σακουλάκια μπορεί να αυξήσει την απελευθέρωση σωματιδίων. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφεύγουμε πλήρως τις συσκευασίες, αλλά δείχνει τη σημασία απλών επιλογών, όπως η προτίμηση σε γυάλινα ή ανοξείδωτα σκεύη όταν θερμαίνουμε τρόφιμα.

Οικιακές πηγές:

Η κουζίνα μας μπορεί να αποτελεί μια απροσδόκητη πηγή μικροπλαστικών. Έχει αποδειχθεί ότι οι πλαστικές επιφάνειες κοπής, όταν χρησιμοποιούνται συστηματικά, απελευθερώνουν μικροσκοπικά σωματίδια κάθε φορά που κόβουμε τρόφιμα επάνω τους. Πειραματικές μελέτες δείχνουν ότι η ποσότητα μπορεί να φτάσει σε χιλιάδες σωματίδια ανά κύκλο χρήσης, πράγμα που σημαίνει ότι σε ετήσια βάση η έκθεση μπορεί να είναι αρκετά σημαντική. Παρόλο που δεν υπάρχει ακόμη σαφής εικόνα για τις επιπτώσεις στην υγεία, τα δεδομένα αυτά δείχνουν πως ακόμη και μικρές καθημερινές μας συνήθειες συμβάλλουν στη συνολική μας επιβάρυνση.

Βρεφική σίτιση: 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα δεδομένα που αφορούν τα βρέφη. Σε μελέτη του 2020 που δημοσιεύθηκε στο Nature Food, βρέθηκε ότι τα πολυπροπυλενικά μπιμπερό, όταν αποστειρώνονται ή θερμαίνονται και στη συνέχεια χρησιμοποιούνται για την παρασκευή γάλακτος (φόρμουλα), μπορούν να απελευθερώσουν τεράστιους αριθμούς μικροπλαστικών σωματιδίων,  έως και 16 εκατομμύρια ανά λίτρο. Το εύρημα αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη προσοχής σε τόσο ευαίσθητες ηλικίες, όπου η έκθεση μπορεί να είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το σωματικό βάρος.

Πέρα από τα τρόφιμα: εισπνοή και εσωτερική επιβάρυνση

Η διατροφική πρόσληψη μικροπλαστικών δεν είναι η μοναδική οδός έκθεσης. Ένας ακόμη σημαντικός δρόμος είναι η εισπνοή. Ο αέρας που αναπνέουμε, τόσο σε εσωτερικούς όσο και σε εξωτερικούς χώρους, περιέχει μικροσκοπικές ίνες και σωματίδια που προέρχονται από τη φθορά συνθετικών υλικών, από υφάσματα και από τη συσσώρευση σκόνης. Η βρετανική Επιτροπή Τοξικότητας (COT) έχει αναφέρει ότι η εισπνοή αποτελεί πιθανή οδό επιβάρυνσης, με τοξικότητα που μπορεί να οφείλεται τόσο στο ίδιο το σωματίδιο όσο και στις χημικές ουσίες που κουβαλά στην επιφάνειά του. Ωστόσο, τα διαθέσιμα ποσοτικά δεδομένα για το πόσο ακριβώς εισπνέουμε παραμένουν περιορισμένα.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική από τις μελέτες βιοπαρακολούθησης. Μικροπλαστικά έχουν ανιχνευθεί ήδη στο ανθρώπινο αίμα, με μέσες συγκεντρώσεις γύρω στο 1,6 μg/mL σε δείγματα εθελοντών, γεγονός που αποδεικνύει ότι τα σωματίδια αυτά μπορούν να απορροφηθούν και να κυκλοφορούν στο σώμα. Επιπλέον, πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2024 στο NewEngland Journal of Medicine εντόπισε μικρο- και νανοπλαστικά σε καρωτιδικές αθηρωματικές πλάκες. Οι ασθενείς στους οποίους βρέθηκαν είχαν αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος, εγκεφαλικού επεισοδίου ή θανάτου κατά την περίοδο παρακολούθησης. Παρότι η μελέτη έδειξε συσχέτιση και όχι αιτιότητα, πρόκειται για ένα εύρημα που ανεβάζει το επίπεδο ανησυχίας και καθιστά επιτακτική την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα.

Τι απορροφάται πραγματικά; Τοξικοκινητική και ρόλος του μεγέθους

Ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα γύρω από τα μικροπλαστικά είναι το αν και σε ποιο βαθμό μπορούν να απορροφηθούν από τον ανθρώπινο οργανισμό. Σύμφωνα με την EFSA και νεότερες ανασκοπήσεις, τα σωματίδια με μέγεθος μεγαλύτερο από 150 μικρόμετρα είναι απίθανο να περάσουν το εντερικό επιθήλιο. Αυτό σημαίνει ότι τα περισσότερα αποβάλλονται χωρίς να εισέλθουν στην κυκλοφορία.

Για τα μικρότερα σωματίδια όμως, και ιδιαίτερα για τα νανοπλαστικά, η εικόνα αλλάζει. Αν και η συνολική απορρόφηση θεωρείται χαμηλή, εκτιμήσεις από μελέτες σε ζώα δείχνουν ότι μπορεί να φτάσει έως και το 0,3% για τα μικροπλαστικά και έως 10% για τα νανοπλαστικά. Οι μηχανισμοί που έχουν προταθεί περιλαμβάνουν την πρόσληψη μέσω ειδικών κυττάρων του εντέρου (M-cells), την ενδοκύττωση αλλά και τη διέλευση μεταξύ των κυττάρων όταν ο εντερικός φραγμός δεν είναι απόλυτα στεγανός.

Ένα επιπλέον στοιχείο που μελετάται είναι η αλληλεπίδραση των σωματιδίων με το βιολογικό τους περιβάλλον. Μόλις εισέλθουν σε υγρά όπως το αίμα ή τα εντερικά υγρά, τα μικροπλαστικά καλύπτονται από πρωτεΐνες και άλλες βιομοριακές ενώσεις. Αυτό το «πρωτεϊνικό περίβλημα» (protein corona) μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο τα σωματίδια κυκλοφορούν, αναγνωρίζονται από το ανοσοποιητικό ή εισέρχονται στα κύτταρα. Πρόκειται για ένα πεδίο έντονης έρευνας τα τελευταία χρόνια, καθώς ενδέχεται να καθορίζει και την τελική τοξικότητά τους.

Μηχανισμοί βλάβης που διερευνώνται

Η παρουσία μικρο- και νανοπλαστικών στον οργανισμό δεν αρκεί από μόνη της για να προκαλέσει βλάβη. Η επιστημονική κοινότητα προσπαθεί να κατανοήσει με ποιους μηχανισμούς θα μπορούσαν να επηρεάσουν την υγεία. Μέχρι στιγμής έχουν προταθεί αρκετοί πιθανοί δρόμοι δράσης:

Μηχανικός ερεθισμός και φλεγμονή: Τα σωματίδια μπορούν να προκαλέσουν μικροτραυματισμούς ή να ενεργοποιήσουν τοπικές φλεγμονώδεις αντιδράσεις σε ιστούς, ειδικά αν συσσωρευτούν.

Οξειδωτικό στρες: Η παρουσία τους μπορεί να αυξήσει την παραγωγή ελευθέρων ριζών, οδηγώντας σε οξειδωτικές βλάβες στα κύτταρα.

Διαταραχή του εντερικού φραγμού: Υπάρχουν ενδείξεις ότι τα μικροπλαστικά μπορούν να επηρεάσουν την ακεραιότητα του εντερικού επιθηλίου, κάνοντάς το πιο «διαπερατό» σε ουσίες που κανονικά δεν θα περνούσαν.

Επίδραση στο μικροβίωμα: Πειράματα έχουν δείξει ότι η έκθεση σε μικροπλαστικά μπορεί να μεταβάλει τη σύσταση της εντερικής μικροχλωρίδας, με πιθανές συνέπειες για τη συνολική υγεία.

Χημική επιβάρυνση: Τα ίδια τα πλαστικά περιέχουν πρόσθετα όπως οι φθαλικές ενώσεις και η δισφαινόλη Α (BPA), που είναι γνωστοί ενδοκρινικοί διαταράκτες. Επιπλέον, τα μικροπλαστικά μπορούν να λειτουργήσουν ως «φορείς», μεταφέροντας στην επιφάνειά τους ρύπους όπως βαρέα μέταλλα, πολυχλωριωμένα οργανικά ή ακόμη και φαρμακευτικά κατάλοιπα.

Η EFSA έχει επισημάνει ότι, με βάση συντηρητικές εκτιμήσεις, τα μικροπλαστικά στα θαλασσινά πιθανότατα συνεισφέρουν λιγότερο στη συνολική μας έκθεση σε τέτοιες χημικές ουσίες συγκριτικά με άλλες διατροφικές πηγές. Ωστόσο, η αβεβαιότητα παραμένει μεγάλη, ειδικά για τα πολύ μικρά σωματίδια, όπου η τοξικότητα μπορεί να είναι διαφορετική και εντονότερη.

Πώς μετράμε τα μικρο και νανοπλαστικά: γιατί βλέπουμε τόσο διαφορετικούς αριθμούς

Η μεγάλη παρανόηση γύρω από τα μικροπλαστικά προκύπτει συχνά όχι από τα δεδομένα αυτά καθαυτά, αλλά από το γεγονός ότι διαφορετικές μελέτες δεν μετρούν το ίδιο πράγμα. Οι διαφορές στο πρωτόκολλο εξηγούν γιατί οι αναφορές μιλούν για πολύ διαφορετικά μεγέθη, αριθμούς και μάζες σωματιδίων. 

1) Τι ακριβώς μετράει κάθε μελέτη — σωματίδια ή μάζα;

Ορισμένες εργασίες αναφέρουν αριθμό σωματιδίων (π.χ. σωματίδια ανά λίτρο ή ανά κιλό), ενώ άλλες μετρούν τη μάζα του πλαστικού (μικρογραμμάρια ανά λίτρο). Τα δύο μέτρα δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα: πολλά μικρά σωματίδια έχουν μικρή συνολική μάζα αλλά μεγάλο αριθμό· λίγα μεγαλύτερα σωματίδια έχουν μεγαλύτερη μάζα αλλά μικρότερο αριθμό. Αυτό εξηγεί γιατί μια μελέτη μπορεί να δείχνει «λίγα γραμμάρια» αλλά πολλά εκατομμύρια σωματιδίων.

2) Όρια μεγέθους, το πιο κρίσιμο σημείο

Κάθε τεχνική έχει κατώφλι ανίχνευσης: μερικές «βλέπουν» μόνο σωματίδια >300–500 μm, άλλες φτάνουν στα 10–20μm, και οι πιο σύγχρονες μέθοδοι στοχεύουν να ανιχνεύσουν νανοκλάσματα (<1 μm). Όσο πιο μικρό το κατώφλι, τόσο περισσότεροι — και συνήθως πολύ περισσότεροι — μετρούνται. Έτσι, η αναφορά «240.000 σωματίδια/L» π.χ. αντικατοπτρίζει εργαστηριακές μεθόδους που ανιχνεύουν πολύ μικρά (νανο)σωματίδια· παλαιότερες μελέτες που δεν είχαν αυτή την ευαισθησία έβλεπαν πολύ μικρότερους αριθμούς.

3) Μέθοδοι ταυτοποίησης, τι σημαίνει «πλαστικό» στην πράξη

Για να πούμε ότι ένα σωματίδιο είναι πλαστικό χρειάζεται χημική ταυτοποίηση. Οι κυριότερες μέθοδοι είναι:

FTIR μικροσκοπία (μ-FTIR) και Raman μικροσκοπία: ανιχνεύουν και αναγνωρίζουν το είδος του πολυμερούς — καλές για μεγαλύτερα μικροπλαστικά, μειωμένη ευαισθησία στα νανοκλάσματα.

PyrolysisGC/MS«καίει» το δείγμα και αναλύει τα προϊόντα για να εκτιμήσει το μαζικό φορτίο πολυμερών, δεν δίνει μέτρα σωματιδίων ανά μόνα τους αλλά είναι πολύ χρήσιμη για ποσοτικοποίηση μάζας.

Χρωστικές (π.χ. Nile Red) και οπτική μικροσκοπία: γρήγορες και ευαίσθητες για αριθμό, αλλά μπορούν να δώσουν ψευδώς θετικά (μη πλαστικά οργανικά υλικά μπορεί να παγιδευτούν).

Κάθε μέθοδος έχει πλεονεκτήματα και περιορισμούς· εργασίες που χρησιμοποιούν διαφορετικές τεχνικές δεν συγκρίνονται άμεσα.

4) Προεπεξεργασία δειγμάτων και ρύπανση από το εργαστήριο

Η προετοιμασία δείγματος (χημική πέψη για αφαίρεση βιολογικού υλικού, φιλτραρίσματα, χειρισμός) μπορεί να εισάγει ή να χάσει σωματίδια. Χωρίς αυστηρούς ελέγχους (τυφλά δείγματα, λευκά δείγματα, καθαρισμός εξοπλισμού), είναι εύκολο να προκύψει υπερεκτίμηση ή υποεκτίμηση. Για το λόγο αυτό, οι καλά σχεδιασμένες μελέτες αναφέρουν λεπτομερώς τα μέτρα ελέγχου του εργαστηρίου.

5) Μονάδες αναφοράς και αναφορά αβεβαιότητας

Κάποιες έρευνες εκφράζουν αποτελέσματα ως «σωματίδια ανά κιλό τροφίμου», άλλες ως «σωματίδια ανά γραμμάριο» ή «σωματίδια ανά λίτρο». Εκτός από την αναφορά μονάδων, είναι κρίσιμο να αναφέρεται και η κατανομή μεγεθών (πόσα είναι >300 μm, πόσα 10–100 μm, πόσα <1 μm). Χωρίς αυτήν την πληροφορία, ένας αριθμός είναι περιορισμένης χρήσης για εκτίμηση κινδύνου.

6) Interlab διαφορές και ανάγκη τυποποίησης

Μελέτες κατά inter-lab comparisons δείχνουν ότι διαφορετικά εργαστήρια μπορεί να παράγουν πολύ διαφορετικά αποτελέσματα για το ίδιο δείγμα, αν δεν υπάρχει κοινό πρωτόκολλο. Γι’ αυτό οι επιστημονικές αρχές (π.χ. EFSA) και διεθνείς ομάδες εργάζονται προς την τυποποίηση,  κοινά στάνταρ για δειγματοληψία, προεπεξεργασία, όρια μεγέθους, εργαλεία ταυτοποίησης και αναφορά αποτελεσμάτων.

7) Τι σημαίνουν πρακτικά όλα αυτά για τον αναγνώστη

Όταν βλέπεις έναν αριθμό (π.χ. σωματίδια/Λ), ζήτησε/έλεγξε αν περιλαμβάνει τα μικρά νανοσωματίδια ή μόνο μεγαλύτερα μικροπλαστικά.

Ένας μεγάλος αριθμός σωματιδίων δεν σημαίνει αυτόματα μεγαλύτερο βιολογικό κίνδυνο ή μέγεθο-εξαρτώμενη βιοδιαθεσιμότητα και η χημική σύσταση είναι εξίσου (ή περισσότερο) σημαντικές.

Τα δεδομένα είναι συγκριτικά και εξελισσόμενα. Οι πιο «ψηφιακές» (sensitive) μέθοδοι αυξάνουν τους καταγεγραμμένους αριθμούς αλλά ταυτόχρονα προσφέρουν καλύτερη βάση για την  αξιολόγηση του κινδύνου.

Ρυθμιστικό πλαίσιο και τι σημαίνει στην πράξη για εμάς

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έκανε ένα πρώτο σημαντικό βήμα το 2023 με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/2055, ο οποίος περιορίζει τα σκόπιμα προστιθέμενα μικροπλαστικά (π.χ. σε καλλυντικά, απορρυπαντικά, βιομηχανικά προϊόντα). Οι μεταβατικές περίοδοι ποικίλλουν ανά προϊόν, αλλά ο στόχος είναι σαφής: να περιοριστεί η εκπομπή μικροπλαστικών στην πηγή. Ο κανονισμός αυτός δεν καλύπτει τα «δευτερογενή» μικροπλαστικά, δηλαδή αυτά που δημιουργούνται από φθορά και διάσπαση πλαστικών, τα οποία στην πράξη αποτελούν και τη μεγαλύτερη κατηγορία.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (2019) έχει τονίσει ότι, με τα διαθέσιμα δεδομένα, δεν μπορούμε να συναγάγουμε ποσοτικό κίνδυνο για την υγεία από τα μικροπλαστικά στο πόσιμο νερό· η μεγαλύτερη προτεραιότητα παραμένει η μικροβιακή ασφάλεια. Αντίστοιχα, ο FDA (2024) αναγνωρίζει την παρουσία μικροπλαστικών σε τρόφιμα και νερό, αλλά σημειώνει ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν ενδείξεις για επίπεδα που να συνιστούν άμεσο κίνδυνο για την υγεία. Η EFSA συνεχίζει να τονίζει την ανάγκη για πιο αξιόπιστα δεδομένα, ειδικά για τα πολύ μικρά σωματίδια (<150 μm) που είναι πιο πιθανό να απορροφηθούν.

Τι προκύπτει για την καθημερινότητα

Παρότι τα δεδομένα για την υγεία δεν είναι ακόμη οριστικά, η συνεχιζόμενη ανίχνευση μικροπλαστικών σε τόσα πολλά τρόφιμα και ποτά καθιστά λογικό να εφαρμόζουμε προληπτικά μέτρα με χαμηλό κόστος και χωρίς πανικό:

Νερό: Όπου το νερό βρύσης είναι ασφαλές μικροβιολογικά, αποτελεί καλύτερη επιλογή από τη συστηματική κατανάλωση εμφιαλωμένου. Εξελιγμένα φίλτρα (π.χ. μεμβρανών) μπορούν να μειώσουν περαιτέρω το φορτίο σωματιδίων.

Σκεύη και μαγείρεμα: Προτιμάμε γυάλινα ή ανοξείδωτα δοχεία για θέρμανση και αποθήκευση τροφίμων. Αποφεύγουμε να ζεσταίνουμε πλαστικά δοχεία σε φούρνο μικροκυμάτων ή να ρίχνουμε πολύ ζεστό νερό σε πλαστικά μπουκάλια.

Βρεφική σίτιση: Σε μπιμπερό από πολυπροπυλένιο, μειώνουμε την ανατάραξη με καυτό νερό ή χρησιμοποιούμε εναλλακτικά υλικά (π.χ. γυάλινα).

Επιφάνειες κοπής: Η χρήση ξύλινων ή ανοξείδωτων επιφανειών περιορίζει την απελευθέρωση μικροπλαστικών.

Ροφήματα: Τσάι και ροφήματα: Ορισμένα πολυμερικά φακελάκια τσαγιού έχουν βρεθεί ότι απελευθερώνουν πολύ μεγάλο αριθμό σωματιδίων όταν έρχονται σε επαφή με καυτό νερό. Για αυτό προτιμάμε χύμα τσάι με μεταλλικό φίλτρο ή φακελάκια χωρίς πλαστικά στοιχεία.

Η ιστορία των μικροπλαστικών μας θυμίζει ότι καμία ανθρώπινη παρέμβαση στο περιβάλλον δεν μένει χωρίς συνέπειες. Σωματίδια που κάποτε θεωρούνταν αόρατα και αδιάφορα βρίσκονται σήμερα στο τραπέζι μας, στο ποτήρι μας, ακόμη και μέσα μας. Δεν χρειάζεται πανικός. Χρειάζεται εγρήγορση. Η επιστήμη συνεχίζει να ξετυλίγει το κουβάρι, ενώ οι κοινωνίες καλούνται να επανεξετάσουν τη σχέση τους με τα πλαστικά. Μέχρι να έχουμε πιο καθαρές απαντήσεις, η υπεύθυνη κατανάλωση, οι μικρές αλλαγές στην καθημερινότητά μας και η πίεση για συστημικές λύσεις είναι τα πιο δυνατά μας όπλα. Γιατί το ζήτημα των μικροπλαστικών δεν αφορά μόνο τη διατροφή. Αφορά το μέλλον που θέλουμε να χτίσουμε.

Βιβλιογραφία

Barboza, L. G. A., Dick Vethaak, A., Lavorante, B. R. B. O., Lundebye, A.-K., & Guilhermino, L. (2018). Marine microplastic debris: An emerging issue for food security, food safety and human health. Marine Pollution Bulletin, 133, 336–348. https://doi.org/10.1016/j.marpolbul.2018.05.047

European Food Safety Authority (EFSA). (2016). Presence of microplastics and nanoplastics in food, with particular focus on seafood. EFSA Journal, 14(6), e04501. https://doi.org/10.2903/j.efsa.2016.4501

Hernandez, L. M., Xu, E. G., Larsson, H. C. E., Tahara, R., Maisuria, V. B., & Tufenkji, N. (2019). Plastic teabags release billions of microparticles and nanoparticles into tea. Environmental Science & Technology, 53(21), 12300–12310. https://doi.org/10.1021/acs.est.9b02540

Leslie, H. A., van Velzen, M. J. M., Brandsma, S. H., Vethaak, A. D., Garcia-Vallejo, J. J., & Lamoree, M. H. (2022). Discovery and quantification of plastic particle pollution in human blood. Environment International, 163, 107199. https://doi.org/10.1016/j.envint.2022.107199

Li, D., Shi, Y., Yang, L., Xiao, L., Kehoe, D. K., Gun’ko, Y. K., … & Boland, J. J. (2020). Microplastic release from the degradation of polypropylene feeding bottles during infant formula preparation. Nature Food, 1(11), 746–754. https://doi.org/10.1038/s43016-020-00171-y

World Health Organization (WHO). (2019). Microplastics in drinking-water. Geneva: WHO Press. Διαθέσιμο στο: https://iris.who.int/bitstream/handle/10665/326499/9789241516198-eng.pdf

Qian, N., Gao, X., Lang, X., Deng, H., Bratu, T. M., Chen, Q., Stapleton, P., Yan, B., & Min, W. (2024). Rapid single-particle chemical imaging of nanoplastics by SRS microscopy. Proceedings of the National Academy of Sciences, 121(3), e2300582121. https://doi.org/10.1073/pnas.2300582121

U.S. Food and Drug Administration (FDA). (2024). FDA’s perspective on microplastics in food. Silver Spring, MD: U.S. FDA. https://www.fda.gov

Yang, D., Shi, H., Li, L., Li, J., Jabeen, K., & Kolandhasamy, P. (2015). Microplastic pollution in table salts from China. Environmental Science & Technology, 49(22), 13622–13627. https://doi.org/10.1021/acs.est.5b03163

Committee on Toxicity of Chemicals in Food, Consumer Products and the Environment (COT). (2021). Statement on the potential risks from exposure to microplastics and nanoplastics. London: UK Food Standards Agency. https://cot.food.gov.uk

WWF. (2019). No Plastic in Nature: Assessing plastic ingestion from nature to people. Gland, Switzerland: WWF International. https://www.wwfint.org

European Commission. (2023). Commission Regulation (EU) 2023/2055 on the restriction of synthetic polymer microparticles under REACH. Official Journal of the European Union. https://eur-lex.europa.eu

Περισσότερα άρθρα

Scroll to Top