Αποχή από το σεξ: Τι είναι και ποιες επιπτώσεις μπορεί να έχει

Facebook
Twitter
LinkedIn

Αποχή από το σεξ θεωρείται η κατάσταση στην οποία ένα άτομο δεν έχει σεξουαλική δραστηριότητα για μια χρονική περίοδο. Στην κατάσταση αυτή, μπορεί να περιέλθει κάποιος είτε ακούσια (π.χ., απουσία συντρόφου, έντονο στρες, προβλήματα υγείας) είτε εκούσια (π.χ., θρησκευτικοί, προσωπικοί, ψυχολογικοί λόγοι). Η αποχή από το σεξ συχνά αποτελεί ένα ταμπού και οι άνθρωποι αποφεύγουν να εκφραστούν ελεύθερα για αυτή τους την εμπειρία. Είναι σημαντικό ωστόσο, να κατανοήσουμε τις συνέπειές αυτής, τόσο στην σωματική όσο και στην ψυχολογική μας υγεία. 

Ψυχολογικές επιπτώσεις της αποχής

Στον τομέα αυτό, η αποχή από το σεξ μπορεί να έχει ένα διττό ρόλο. Από τη μια, μπορεί να συντελέσει στη μείωση της ψυχολογικής πίεσης σε ανθρώπους που βιώνουν ως στρεσσογόνα την επαφή αυτή κάθε αυτή. Ταυτόχρονα σε άλλους μπορεί να προκαλέσει, διαταραχές διάθεσης, αύξηση των επιπέδων στρες, ευερεθιστότητα, μειωμένη ενέργεια και μια γενικότερη μείωση της αντιληπτής ποιότητας ζωής. Σε ορισμένα άτομα, η παρατεταμένη αποχή μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο φόβο επίδοσης στη σεξουαλική επαφή και αποφυγή της μελλοντικής σεξουαλικής δραστηριότητας.

Σε κοινωνίες όπου το σεξ θεωρείτε μια ένδειξη επιτυχίας και φυσιολογικής ζωής, η αποχή μπορεί να οδηγήσει ένα άτομο να έχει μια αίσθηση διαφορετικότητας και να βιώνει έντονη κοινωνική πίεση και μοναξιά. Αντίθετα, η εκούσια αποχή μπορεί να βοηθήσει ένα άτομο να θέσει ως προτεραιότητα την αυτοβελτίωση, να κλείσει ανοικτούς συναισθηματικούς λογαριασμούς και να επαναπροσδιοριστεί σε σχέση με τα όρια του στις διαπροσωπικές του επαφές. Τέλος, σε περιπτώσεις όπου το σεξ σχετίζεται με μια τραυματική εμπειρία, η αποχή μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά, επιτρέποντας στο άτομο να επαναφέρει μια υγιή σχέση με το σώμα και τις ανάγκες του.

Σε ότι αφορά τα ζευγάρια, η αποχή από το σεξ μπορεί να λειτουργήσει και πάλι με διαφορετικούς τρόπους. Είτε να ενισχύσει τη συναισθηματική σύνδεση, αν αυτό αποτελεί μια συνειδητή επιλογή είτε να δημιουργήσει μια απόσταση αν αποτελεί ένα ζήτημα το οποίο δεν συζητιέται ανοικτά. Στην περίπτωση αυτή, η αποχή, έχει συσχετιστεί με αυξημένη συζυγική ένταση, οι σύντροφοι απομακρύνονται συναισθηματικά και αυξάνουν οι μεταξύ τους συγκρούσεις.

Σωματικές επιπτώσεις της αποχής

Στη σωματική σφαίρα, η αποχή από το σεξ μπορεί να έχει αντίκτυπο στην υγεία του πυελικού εδάφους, στην κυκλοφορία και το καρδιαγγειακό σύστημα, στην παραγωγή ανοσοσφαιρινών (IgA)  και φυσικά στη libido. Η σεξουαλική δραστηριότητα, προσφέρει ορισμένα καρδιαγγειακά οφέλη που σχετίζονται με τη φυσική δραστηριότητα που είναι συνυφασμένη με αυτή και επηρεάζει σημαντικά τη ρύθμιση ορμονών όπως η τεστοστερόνη, η προλακτίνη και η οξυτοκίνη. Έρευνες δείχνουν ότι η συχνή σεξουαλική επαφή αυξάνει τα επίπεδα τεστοστερόνης σε άνδρες και γυναίκες, ενώ η παρατεταμένη αποχή μπορεί να οδηγήσει σε συγκριτική μείωση της libido. Παρ’ όλα αυτά, η επίδραση αυτή δεν είναι γραμμική και διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με την ηλικία και την ψυχολογική κατάσταση του ατόμου.

 Η τακτική σεξουαλική δραστηριότητα ενισχύει την καλή λειτουργία των μυών του πυελικού εδάφους, ενώ αντίθετα η μακροχρόνια αποχή φαίνεται να οδηγεί σε αυξημένη μυϊκή τάση και δυσλειτουργίες στο σεξ όταν επανέλθει το άτομο στη σεξουαλική δραστηριότητα. Επιπλέον, το σεξ αυξάνει την αίσθηση ικανοποίησης και δεσμού μέσω της ενεργοποίησης του συστήματος ανταμοιβής, ενώ αντίθετα η έλλειψη σεξουαλικών ερεθισμάτων μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη ενεργοποίηση αυτού και σε αυξημένη ευαισθησία σε στρεσσογόνους παράγοντες

Γίνεται λοιπόν φανερό πως η αποχή από το σεξ δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή από μόνη της και οι επιπτώσεις αυτής εξαρτώνται άμεσα από τη διάρκεια, τους λόγους, την προσωπικότητα και το αν είναι συνειδητή ή ακούσια επιλογή. 

Βιβλιογραφία

Brody, S. (2006). The relative health benefits of different sexual activities. Journal of Sexual Medicine, 3(1), 79–86.

Brody, S., & Costa, R. M. (2009). Satisfaction (sexual, life, relationship, and mental health) is associated directly with penile–vaginal intercourse frequency. Journal of Sexual Medicine, 6(7), 1947–1954.


Mark, K. P. (2012). Sexual desire discrepancies in couples. Journal of Sex & Marital Therapy, 38(2), 131–154.

Nobre, P. J., & Pinto-Gouveia, J. (2008). Cognitions, emotions, and sexual response: Analysis of the relationship among automatic thoughts, emotional responses, and sexual function in men. Journal of Sex Research, 45(4), 339–350.


Prause, N., & Pfaus, J. (2015). Viewing sexual stimuli associated with greater sexual responsiveness, not erectile dysfunction. Sexual medicine 3 (2), 90-98.

Sadock, B. J., & Sadock, V. A (2003). Synopsis of psychiatry. Behavioral sciences/clinical psychiatry 9th ed. Philadelphia: Lippincott Williams & Wilkins

Από την Ψυχολόγο Παπαθανασίου Κατερίνα

Περισσότερα άρθρα

Scroll to Top