επιληψία και διατροφή

Επιληψία και διατροφή

Facebook
Twitter
LinkedIn

Η επιληψία είναι από τις συχνότερες νευρολογικές διαταραχές και ως κύριό σύμπτωμά της είναι οι επιληπτικές κρίσεις.

Οι κρίσεις εμφανίζονται λόγω μη φυσιολογικής ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου και μπορεί να προκαλέσουν σπαστικότητα, ακόμα και απώλεια των αισθήσεων. Τις περισσότερες φορές γίνεται χρήση αντιεπιληπτικής αγωγής με ένα, ή συνδυασμό φαρμάκων. Ωστόσο, μετά από ένα χρονικό διάστημα, μπορεί τα συμπτώματα να μην υποχωρούν.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘20 προτάθηκε μια διατροφή που θα μπορούσε να αποτελεί τη θεραπεία της επιληψίας. Η διατροφή αυτή φάνηκε να ελέγχει τα συμπτώματα της, μέσω παρόμοιων βιοχημικών αλλαγών που γίνονται στον οργανισμό κατά την περίοδο  της νηστείας. Πλέον όλο και περισσότεροι άνθρωποι με επιληψία επωφελούνται από την κετογονική διατροφή.

Επιληψία και κετογονική διατροφή

Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης νηστείας του οργανισμού, όπου υπάρχει έλλειψη γλυκόζης, ο οργανισμός αρχίζει να σχηματίζει τα λεγόμενα κετονικά σώματα.

Αυτά τα σώματα δημιουργούνται από τον καταβολισμό των λιπαρών οξέων και των αμινοξέων στο ήπαρ. Αποτελούν έτσι μια εναλλακτική πηγή ενέργειας του εγκεφάλου αλλά και του υπόλοιπου σώματος. Η κέτωση είναι μια διαδικασία που ξεκινάει εντός λίγων ωρών, παρόλα αυτά χρειάζεται ένα διάστημα μερικών εβδομάδων ώστε να παρατηρηθεί κλινική αποτελεσματικότητα.

Η πιο συχνή μορφή κετογονικής διατροφής έχει ως κύρια πηγή ενέργειας το λίπος που αγγίζει το 90% των ημερήσιων θερμίδων. Το υπόλοιπο 10% προέρχεται από πρωτεΐνες και υδατάνθρακες. Η αναλογία αφορά το λίπος προς πρωτεΐνες και υδατάνθρακες μαζί και κυμαίνεται από 2:1 έως 4:1. Δηλαδή, 2 γραμμάρια λίπους προς 1 γραμμάριο πρωτεΐνης και υδατανθράκων μαζί.

Μία συχνή πρακτική είναι η εφαρμογή της διατροφής με αναλογία 2:1 και η σταδιακή αύξησή της σε διάστημα εβδομάδων. Μικρότερη αναλογία 3:1 εφαρμόζεται συνήθως σε παιδιά τα οποία έχουν αυξημένες πρωτεϊνικές ανάγκες, ή σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή, κάτι που αυξάνει τον κίνδυνο υπερβολικής κέτωσης.

Ως πηγή λιπαρών συστήνονται τα τριγλυκερίδια μακράς αλύσου (LCT – Long Chain Triglycerides) και κυρίως τα μονοακόρεστα (ελαιόλαδο, αβοκάντο) και τα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (ψάρια, ξηροί καρποί).

Ενδείξεις και αντενδείξεις της κετογονικής διατροφής

Η κετογονική διατροφή έχει τραβήξει το ενδιαφέρον πολλών ερευνών και έχει εφαρμοστεί σε ποικίλες νοσηρές καταστάσεις προκειμένου να εξεταστούν τα αποτελέσματά της.

Πιο συγκεκριμένα έχει μελετηθεί στη νόσο του Parkinson, στη νόσο Alzheimer’s, στον αυτισμό, σε ημικρανίες κ.α. Η εφαρμογή της φαίνεται να είναι ωφέλιμη στην αντιμετώπιση προβλημάτων συμπεριφοράς σε παιδιά με αυτισμό. Ακόμη, μπορεί να επιδρά θετικά στα παιδιά που εκδηλώνουν άρνηση τροφής. Η χρήση της επεκτείνεται και στην αντιμετώπιση μεταβολικών διαταραχών, όπως σε καταστάσεις ανεπάρκειας ενζύμων.

Υπάρχουν όμως ορισμένες καταστάσεις που η χρήση της κετογονικής διατροφής αντενδύκνειται. Τέτοιες είναι η έλλειψη καρνιτίνης, ορισμένες διαταραχές οξείδωσης των λιπαρών οξέων ή μερικά νοσήματα των μιτοχονδρίων. Επίσης, δεν πρέπει να ακολουθείται από άτομα που πάσχουν από ηπατικές νόσους και άτομα με ιστορικό υπερλιπιδαιμίας ή νεφρολιθίασης.

Εκτός από αντενδείξεις, η κετογονική διατροφή μπορεί να έχει και ορισμένες αρνητικές επιδράσεις στον οργανισμό, όταν ακολουθείται για αρκετό χρονικό διάστημα. Τέτοιες παρενέργειες είναι:

  • Πείνα
  • Υψηλά επίπεδα χοληστερόλης
  • Υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων
  • Αφυδάτωση
  • Δυσκοιλιότητα/Διάρροια
  • Μειωμένη σωματική ανάπτυξη
  • Οστικά κατάγματα

Πρέπει να σημειωθεί πως η κετογονική διατροφή λόγω της περιοριστικής φύσης της, δεν παρέχει όλα τα θρεπτικά συστατικά μιας υγιούς και ισορροπημένης διατροφής. Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί έλλειψη και ανεπάρκεια ορισμένων βιταμινών και ιχνοστοιχείων.

Αποτελεσματικότητα κετογονικής διατροφής για τον έλεγχο και τη θεραπεία στην επιληψία

Η εφαρμογή της κετογονικής διατροφής εξαρτάται από την εκπαίδευση του ατόμου που την εφαρμόζει, καθώς και του κοινωνικού και οικογενειακού περίγυρου.

Επίσης, χρειάζεται συνεχής παρακολούθηση από τον γιατρό και τον κλινικό Διαιτολόγο. Το άτομο πρέπει να κάνει τακτικά βιοχημικές εξετάσεις και να ελέγχει συχνά το επίπεδο των κετονών στο αίμα και τα ούρα, ώστε να αποφευχθούν τυχόν παρενέργειες. Συνεπώς, κατά την εφαρμογή της κετογονικής διατροφής χρειάζεται καθημερινός έλεγχος της αποτελεσματικότητάς της, με χρήση ημερολογίου καταγραφής τροφίμων, με καταγραφή αριθμού και τύπου επιληπτικών κρίσεων και εξέταση κετονών στο σώμα 1-2 φορές την ημέρα.

Όσον αφορά κάποια αποτελέσματα, διάφορες έρευνες έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητά της, έναντι αντιεπιληπτικών φαρμάκων. Τα περισσότερα αντιεπιληπτικά φάρμακα παρέχουν 30-40% δυνατότητα για βελτίωση στο 50% των περιπτώσεων. Οι περισσότεροι επιληπτικοί ασθενείς έχουν ενταχθεί σε αυτό το διατροφικό σχήμα, το οποίο προσφέρει πολύ καλύτερα αποτελέσματα.

Πιο συγκεκριμένα από μια έρευνα που έγινε σε παιδιά φάνηκε πως έναν χρόνο μετά από την εφαρμογή της διατροφής, το 50% των παιδιών είχαν 50% μείωση των επιληπτικών κρίσεων και ειδικότερα το 27% είχε βελτίωση σε ποσοστό 90%.

Περισσότερα άρθρα

Scroll to Top